Πρόσφατα πήγαμε μια ομάδα από το σωματείο ''Κοινόν Ευβοέων'' στο Κωρύκειον άντρον στον Παρνασσό και άλλα μνημεία. Στον γυρισμό σταματήσαμε για ένα καφέ στις πηγές της κρύας στην Λειβαδιά. Πραγματικά αυτό το μέρος είναι ένα στολίδι για την πόλη εκτός βέβαια από την ιστορική του σημασία. Είναι μια όαση ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Η ευχάριστησή μας όμως σταμάτησε εκεί γιατί ανεβαίνοντας προς το θεατράκι που έχει κατασκευαστεί το θέαμα που αντικρίσαμε ήταν αποκαρδιωτικό, η πλήρης εγκατάλειψη, τα σκουπίδια έχουν πνίξει το τόπο και έδινε μια εικόνα που πραγματικά δεν την αξίζει.
θέλω να πιστεύω ότι τουλάχιστον κάποιος αρμόδιος θα ενεργήσει γιατί είναι κρίμα όπως είπα και προηγουμένως ένα πραγματικό στολίδι να χάνει την λάμψη του από την οκνηρία κάποιων.
Με εκτίμηση Τάσος



ΚΥΜΗ
Πολεοδομική και Χωροταξική Αποτύπωση του Οικισμού
Συναρτήσει της Πληθυσμιακής Συγκρότησης στην Πορεία του Χρόνου
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Γ. ΚΑΤΣΗΣ
Η παράδοση θέλει την Κύμη της Ευβοίας να είναι συγκροτημένη πόλη ήδη από το τέλος της δεύτερης π.Χ. χιλιετίας. Συμμετέχει ιδρύοντας αποικίες στην Μικρασιατική ακτή και στην Καμπανία όπου ήταν και η πρώτη ελληνική αποικία στην Ιταλία. Το σπουδαιότερο όμως πολιτισμικό γεγονός είναι η μεταφορά του ευβοϊκού αλφαβήτου στους αυτόχθονες Ιταλούς, που αντιγράφοντάς το, δημιουργούν το λατινικό αλφάβητο.
Το παράδοξο της ιστορίας είναι ότι για την Ευβοϊκή Κύμη υπάρχουν ελάχιστες μαρτυρίες και ευρήματα σε σημείο να αμφιβάλεις για την ύπαρξή της.
Ο Α. Σάμψων έκανε τις πρώτες αρχαιολογικές έρευνες στο Καστρί, έναν λόφο δίπλα στην σημερινή Ποταμία. Ο λόφος έδειξε σημεία κατοίκησης από τον 4ο έως τον 1ο αιώνα π.Χ. απογοητεύοντας όμως, αφού δεν συνέπιπταν με την εποχή του αποικισμού.
Στην συνέχεια η ¸φη Σακελλαράκη διενήργησε ανασκαφές στο Βιγλατούρι, έναν λόφο στην πεδιάδα του Οξυλίθου. Εκεί βρέθηκαν Μεσοελληνικά και Μυκηναϊκά λείψανα, που αποδεικνύουν ότι η περιοχή υπήρξε σημαντικότατο κέντρο τον 8ο αιώνα π.Χ., ισάξιο της Χαλκίδας και της Ερέτριας, με μεγάλη προϊστορία από το 2500 π.Χ..
Στον χάρτη βλέπουμε το Βιγλατούρι κοντά στις όχθες του Μανικιάτη ποταμού, καθώς και το Καστρί στις όχθες του Αχελώου ή Μέλα ποταμού. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι από τους προϊστορικούς χρόνους η ανάγκη για την εξασφάλιση επαρκούς και πόσιμου νερού οδήγησε στην ίδρυση οικιστικών εγκαταστάσεων δίπλα σε ποταμούς, λίμνες, ή πηγές.
H Κύμη είναι στον μεσαίο βατό χώρο της ανατολικής ακτής της Εύβοιας. ¼πως παρατηρούμε τον χάρτη βλέπουμε την οροσειρά των Κοτυλαίων να αποκόπτει την περιοχή της Κύμης από την υπόλοιπη Εύβοια. Υποθέτουμε ότι τα μικρά πεδινά έφθασαν κάποια στιγμή στο ύψιστο σημείο απόδοσης και ίσως ο υπερπληθυσμός και οι κοινωνικές πιέσεις οδήγησαν στον αποικισμό.
Στην συνέχεια, κατά την διάρκεια των αιώνων, υποθέτουμε ότι ο οικισμός ‘μεταπηδά’, διότι οι λίγες μαρτυρίες που υπάρχουν τον προσδιορίζουν σε διαφορετικές περιοχές. Πιθανόν να ανήκει στην κυριαρχία της Ερέτριας ή της Χαλκίδας και να ζει στην σκιά τους.
Η πρώτη μαρτυρία για την σύγχρονη Κύμη έρχεται το 1713 από τον Τούρκο πασά του ‘Εγρίπου’. Αυτός δίδει την άδεια στον πρώτο αποικιστή να εκμεταλλευτεί τον φυσικό πλούτο της περιοχής. Το σχετικά ήπιο κλίμα με σημαντικές βροχοπτώσεις και το μαργαϊκό-ασβεστολιθικό έδαφος κάνουν την περιοχή ιδιαίτερα εύφορη, με πλούσια βλάστηση και μεγάλη βιοποικιλότητα.
Από τον 13ο αιώνα έως την επανάσταση του 1821, το Αιγαίο μαστίζονταν από την πειρατεία. Τα παράλια ήταν εκτεθειμένα στις βιαιοπραγίες και λεηλασίες συμμοριών, που δεν ελέγχονταν από καμία εξουσία. Οι πληθυσμοί προτιμούσαν σημεία που απείχαν από τις ακτές και ήταν προφυλαγμένα από την μεριά της θάλασσα. Αυτό μπορούμε να υποθέσουμε ότι ήταν το σημαντικότερο κριτήριο για την επιλογή της σύγχρονης τοποθεσίας.
Μπορούμε να φανταστούμε το περιβαλλοντικό τοπίο της περιοχής στις αρχές του 18ου αιώνα. Μια λεκάνη απορροής που περιβάλλεται από βουνά, σε υψόμετρο 250 μέτρων, καλά προστατευμένη από την θάλασσα. Τα νερά των δύο μεγάλων χειμάρρων και των πολλών μικρότερων συγκεντρώνονται σε μία κοίτη και με κατεύθυνση προς Βορά διασχίζοντας το φαράγγι του Αποκλείστη, καταλήγουν στο Αιγαίο. Πυκνά δάση πρίνων, δρυών και ρεικιών κάλυπταν τις πλαγιές.
Η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται φυσικά ακολουθώντας την τοπογεωγραφία. Τα σπίτια κτίζονται στις πλαγιές των χειμάρρων προστατευμένα από τους γύρω λόφους και βουνά. Οι αναφορές για την Κύμη γίνονται πιο πυκνές, όπως από έναν κώδικα της μονής Μεγίστης Λαύρας το 1777, από καταγραφές ενός Γάλλου περιηγητή το 1813, έως και από το κάψιμο της πόλης δύο φορές από τους Τούρκους το 1821.
Η απόσπαση του Ελληνικού Βασιλείου από την ενιαία Οθωμανική Αυτοκρατορία δημιούργησε νέα οικονομικά κέντρα. Οι Κουμιώτες εκμεταλλευόμενοι τον σημαντικό στόλο που διέθεταν προ επαναστάσεως, την γεωγραφική θέση, την αύξηση του εμπορίου στην Μαύρη Θάλασσα σε συνδυασμό με την αύξηση της αγροτικής παραγωγής δημιούργησαν ένα σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο.
Πλέον η θάλασσα δεν είναι πηγή κακών αλλά το άνοιγμα προς την οικονομική ανάκαμψη.
Τα σπίτια τώρα κτίζονται και στην πλαγιά που βλέπει το Αιγαίο.
Οι δρόμοι ακολουθούν τις υψομετρικές καμπύλες όπου τους συνδέουν μεταξύ τους κάθετα καλντερίμια, χαρακτηριστικό των πόλεων φυσικής αναπτύξεως. ¸τσι το βασικό δίκτυο είναι ο δρόμος εισόδου πάνω στην γραμμή του διάσελου, που μετατρέπεται σε εμπορικό και συνεχίζει προς τα Βόρεια χωριά. ¸νας κλάδος του, συνεχίζει προς το Λιμάνι και άλλος προς την Ενορία. Παράλληλοι στην βασική οδό υπάρχουν δευτερεύοντες δρόμοι, στην πλαγιά προς την θάλασσα και την αντίθετή της προς την κοίτη του χειμάρρου.
Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της πόλης διαδραμάτισαν οι χείμαρροι και οι πηγές. Η εξασφάλιση επαρκούς και πόσιμου νερού φανταζόμαστε ότι οδήγησε στην ίδρυση του αρχικού οικισμού στον συγκεκριμένο τόπο. Τα νερά εκτός από την κάλυψη των βασικών ανθρώπινων αναγκών, μεταβλήθηκαν στην πορεία σε κινητήριο δύναμη για πληθώρα νερόμυλων. Μέσα στον οικισμό είχαν όμως και άλλους ρόλους. Οι χείμαρροι ήταν αποδέκτες των απορριμμάτων και των λυμάτων. Για αυτό ο ένας χείμαρρος λέγονταν και Χεσόρεμα. Δίπλα σε αυτούς αναπτύχθηκε το δευτερεύον οδικό δίκτυο της πόλης με ατραπούς και καρόδρομους.
Οι γειτονιές της Κύμης αναπτύσσονται δίπλα στις βρύσες και τα πηγάδια. Οι βρύσες της Χειμάρας, της Λιαουτσάνισας, του προφήτη Ηλία είναι το κέντρο ζωής για τις συνοικίες και τόπος συνάντησης και επικοινωνίας για τους πολίτες. Αρχικά οι γειτονιές είχαν διακριτά φυσικά και κοινωνικά όρια που στην πορεία εξαφανίστηκαν.
Το Σχέδιο Πόλης του 1884
Το 1884 εκπονείται και εγκρίνεται το Σχέδιο Πόλης της Κύμης. Το ρεύμα του εξευρωπαϊσμού για την σύγχρονη ρυμοτομία είναι φανερό. Υπακούει στο ορθογωνικό ιπποδάμειο κάναβο, εκτοπίζοντας την μέχρι τότε φυσική διαμόρφωση που θύμιζε παλαιότερες εποχές και ίσως παρέπεμπε στην Ανατολή. Η σκληρή ορθογωνική ρυμοτομία δεν μπόρεσε να εφαρμοσθεί, εξαιτίας των δύσκολων τοπογραφικών συνθηκών καθώς και της απαίτησης για κατεδαφίσεις κτιρίων. Αυτό βοήθησε στην διατήρηση της παλαιάς φυσιογνωμίας της πόλης αφού κανένας δεν ήταν διαθετειμένος να γκρεμίσει το σπίτι του για να διανοιχθούν δρόμοι. ¸τσι η δομή της πόλης το 1950 δεν διέφερε από το τέλος του 19ου αιώνα.

Η αναντιστοιχία του σχεδίου του 1884 και της πραγματικής κατάστασης. Το κέντρο της πόλης είναι η μοναδική περιοχή που ακολούθησε το Σχέδιο Πόλης.
Το 1890 άρχισε η κατασκευή του λιμανιού. Τότε άρχισε και η κατοίκηση των παραλιακών χωριών. Η Παραλία, η τότε ‘Λιανάμμος’ ήταν ένα ισχυρό εμπορικό και οικονομικό κέντρο. Η καταστροφή των αμπελώνων της Γαλλίας ήταν αφορμή για την ακμή της αμπελοκαλλιέργειας, οινοπαραγωγής και του εμπορίου. Επίσης υπήρχε και ο αλευρόμυλος του Σταματίου με πολλούς εργαζόμενους.
Επίσης τα λιγνιτωρυχεία, που είχε επισκεφθεί δύο φορές ο ¼θωνας (1834) για να δείξει την σημασία τους για την Εθνική οικονομία, ήταν στην ακμή τους. Για την μεταφορά του λιγνίτη χαράχθηκαν νέο δρόμοι στα γύρω χωριά, δημιουργήθηκαν εναέρια δίκτυα μεταφοράς, καθώς και σιδηροδρομικά δίκτυα. Την δεκαετία του 1850 φτιάχτηκαν οι δρόμοι και οι γέφυρες που συνέδεαν την λιγνιτοφόρο Καζάρμα με την Κύμη και μετατράπηκαν τα μονοπάτια σε καρόδρομους, αμαξουτούς. Τότε χαρακτηρίστηκε ο δρόμος Κύμης – Παραλίας , με τις 52 στροφές, ‘Εθνική Οδός’. Το 1871 φτιάχθηκε ο μόλος στην Πλατάνα για φόρτωση του λιγνίτη στα πλοία και άρχισε η κατοίκηση της περιοχής. Σαράντα χρόνια αργότερα κατασκευάσθηκε σύστημα φόρτωσης λιγνίτη στα πλοιάρια και στην Λιανάμμο.
¸τσι διαμορφώνεται το προαστιακό δίκτυο ακτινικά, με κέντρο την Κύμη. Τα χωριά αποτελούν αυτόνομα οικονομικά κέντρα.
Το 1903 ιδρύεται η Σηροτροφική Εταιρεία Κύμης και προστίθεται ένα επιπλέον οικονομικό πεδίο με σημαντικές εξαγωγές που γίνονταν με τα Κουμιώτικα καΐκια.
Το 1920 συγκροτήθηκε η ‘Επιτροπή ¾δρευσης’ και το πρώτο μέλημά της ήταν να κατασκευασθεί δεξαμενή στο βουνό που ορθώνεται δυτικά, το Κρύο, όπου τροφοδοτούσε τρεις κρουνούς δίπλα στον υδρόμυλο του Κονά. Μετά από 15 περίπου έτη έχουμε την μερική ύδρευση της Κύμης.
Το 1927 ιδρύεται η ‘Ομόρρυθμη Ηλεκτρική Εταιρεία Γενικών Επιχειρήσεων’ παρέχοντας στην ευρεία κατανάλωση αυτήν την νέα ενέργεια που σηματοδότησε τον πολιτισμό μας. Το 1958 εξαγοράζεται από την ΔΕΗ.
Γύρω στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο οι περισσότερες οικονομικές δραστηριότητες φθίνουν και παρακμάζουν. Ο πληθυσμός μειώνεται.
|
|
1852 |
1861 |
1889 |
1907 |
1920 |
1928 |
1940 |
1951 |
1961 |
1971 |
1981 |
1991 |
|
ΚΥΜΗ |
2.447 |
3.615 |
4.417 |
3.644 |
4.387 |
4.205 |
4.071 |
3.626 |
3.310 |
2.934 |
3.274 |
3.853 |
|
ΚΑΛΗΜΕΡΙΑΝΟΙ |
645 |
531 |
833 |
794 |
1.283 |
1.115 |
917 |
810 |
729 |
396 |
295 |
380 |

Στον πίνακα εξέλιξης του πληθυσμού παρουσιάζεται η Κύμη και ένα γειτονικό χωριό, οι Καλημεριάνοι. Βλέπουμε ότι η πορεία της εξέλιξης ακολουθεί όπως είναι φυσικό τους οικονομικούς δείκτες. Το σημερινό χωριουδάκι των Καλημεριάνων ήταν το 1920 ένα κεφαλοχώρι με 1300 περίπου κατοίκους, απασχολούμενους στα λιγνιτωρυχεία. Βέβαια πρέπει να παρατηρήσουμε ότι στις δύο τελευταίες απογραφές έχουμε πλασματική αύξηση, που θέλει όσοι διαμένουν σε μεγάλα αστικά κέντρα να απογράφονται στο χωριό τους δίνοντας παραπλανητική εικόνα. Η οικονομική ευρωστία τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα φαίνεται και από την απόφαση του τότε Μητροπολίτη Καρυστίας Παντελεήμων, να κατεδαφίσει τον ναό του πολιούχου αγίου για να κατασκευασθεί μεγαλύτερος.
Στο β´ παγκόσμιο χάνεται οριστικά η τοπογεωγραφία της Λιανάμμου, παίρνουν την άμμο για στρατιωτικές κατασκευές και στην πορεία επικρατεί το όνομα Παραλία για το επίνειο της Κύμης.
Το 1960 ήταν η αρχή για μεγάλες αλλαγές στο αστικό τοπίο. Κατασκευάσθηκε στρατιωτική βάση στο Μισόκαμπο και για την εξυπηρέτησή της, η ΜΟΜΑ μετέτρεψε το Χεσόρεμα σε δρόμο. Σταδιακά όλοι οι χείμαρροι μέσα στην πόλη καλύφθηκαν, δημιουργήθηκαν επιπλέον δρόμοι, αλλά χάθηκε μέρος της φυσικής κληρονομιάς αφού κόπηκαν τα πλατάνια που υπήρχαν στις όχθες τους. Επίσης δημιουργήθηκε το αποχετευτικό σύστημα που μέσω των ρεματιών οδηγούν τα λύματα στο φαράγγι του Αποκλείστη και μετά στο Αιγαίο. Στις γειτονιές της Λιαουτσάνισας τα λύματα φεύγουν προς το λιμάνι μέσω ενός συστήματος φυσικού φίλτρου.
H Κύμη το 1950. Με μπλε φαίνονται οι χείμαρροι και με κόκκινο τα καλντερίμια.
Τα καλντερίμια εξαιτίας της επέλασης του αυτοκινήτου και της κακής συντήρησης σταδιακά εξαφανίζονται.
Ο Μισόκαμπος ένα ομαλό αγροτικό τοπίο μετατρέπεται αρχικά σε πεδίο για εξοχική κατοικία και στην συνέχεια σε κυρίως αστική περιοχή. Ο αλιόδρομος, ο αρχαίος δρόμος των αλιέων οδηγεί στην Χηλή. Η Χηλή ένα γραφικό χωριουδάκι με ταρσανάδες μετατρέπεται από την ματαιοδοξία των ανθρώπων σε κέντρο αυθαιρέτων, παρανομίας και αναρχίας. Εξαιτίας της αμφίβολης ιδιοκτησίας και του πολιτικού κόστους, από ψαροχώρι των δέκα παραγκών έχει γίνει χωριό των 200 και πλέον σπιτιών , αρκετά από αυτά πολυτελή, με παντελής έλλειψη ρυμοτομίας και υποδομών.
Την δεκαετία του 1970 με την εμφάνιση του τουρισμού στην Κύμη και την αλλαγή του τρόπου ζωής, απαιτήθηκαν μεγάλες ποσότητες νερού κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες. Πλήθος από γεωτρήσεις τροφοδοτούν μέχρι σήμερα την Κύμη, οι περισσότερες στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού δήμου. Εξαίρεση είναι η γεώτρηση της Φλέγας, στην περιοχή των Μανικίων, περίπου τριάντα χιλιόμετρα μακριά, όπου απαιτήθηκαν χιλιάδες μέτρα σωληνώσεων μέχρι και κατασκευή υπόγειας σήραγγας για να μεταφερθεί το νερό.
Το έντονο ανάγλυφο δυσκολεύει την δημιουργία νέων περιφερειακών δρόμων. Επίσης η αναγκαστική διέλευση των οχημάτων μέσα από το κέντρο με κατεύθυνση την Παραλία ή τα βόρεια χωριά δημιουργούν έντονα κυκλοφοριακά προβλήματα. Τους καλοκαιρινούς μήνες φυσικά το πρόβλημα επιδεινώνεται.
Σήμερα η οικονομία στηρίζεται κυρίως στις υπηρεσίες, στον τουρισμό και στο παραδοσιακό ναυτικό επάγγελμα.
Κάπως έτσι πορεύθηκε ο οικισμός της Κύμης στην διάρκεια των αιώνων.
Βιβλιογραφία.
1. ΕΥΒΟΪΚΗ ΚΥΜΗ Ι – Σάμψων Αδ.
2. ΕΘΝΟΣ – 8/1/2001 συνέντευξη ¸φης Σακελλαράκη
3. Το Αθάνατο Νερό – Υπουργείο Πολιτισμού
4. Τοπωνυμικό της Περιοχής Κύμης – Μ. Ποντίκης
5. Αντι Τουριστικός οδηγός της Κύμης – Μ. Ποντίκης
6. ΕΥΒΟΪΑ ΚΑΙ ΣΚΥΡΟΣ – Αλ. Καλέμης
7. Συνοπτική Ιστορία Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Κύμης
8. ΚΥΜΗ 19ος – 20ος αιώνας - Δήμος Κύμης
9. ΚΥΜΗ Τουριστικός Οδηγός – Μορφωτικός Σύλλογος Κύμης